δάσος

δάσος [pron. full] [ᾰ], εος, τό, ([etym.] δᾰσύς)
A thicket, copse, Men.Epit.25, Str.9.3.13, 17.2.2 (pl.), Ael.NA7.2, etc.
II shagginess,

τοῦ σώματος Alciphr. 3.28

; roughness, PLeid.X.74.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δάσος — thicket neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάσος — Έκταση ακαλλιέργητου εδάφους, στο οποίο αναπτύσσονται ελεύθερα δέντρα με ψηλό κορμό, σε ενώσεις με άλλες βλαστικές μορφές, όπως είναι οι θάμνοι, οι πόες και τα θαλλόφυτα, που διατάσσονται σε ορόφους και από τους οποίους ο ανώτερος συγκροτείται… …   Dictionary of Greek

  • δασός — Έκταση ακαλλιέργητου εδάφους, στο οποίο αναπτύσσονται ελεύθερα δέντρα με ψηλό κορμό, σε ενώσεις με άλλες βλαστικές μορφές, όπως είναι οι θάμνοι, οι πόες και τα θαλλόφυτα, που διατάσσονται σε ορόφους και από τους οποίους ο ανώτερος συγκροτείται… …   Dictionary of Greek

  • δάσος — το τόπος που καλύπτεται από δέντρα και θάμνους, κυρίως άγριος λόγγος, ρουμάνι: Το καλοκαίρι πάντα πηγαίνουμε εκδρομές στο δάσος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δάσος — [дасос] ουσ. о. лес …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μικρό Δάσος — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 150 μ., 512 κάτ.) του νομού Κιλκίς. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού, 41 χλμ. ΒΔ του Κιλκίς. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πολυκάστρου …   Dictionary of Greek

  • δάσει — δάσος thicket neut nom/voc/acc dual (attic epic) δάσεϊ , δάσος thicket neut dat sg (epic ionic) δάσος thicket neut dat sg δατέομαι divide among themselves fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασώνω — [δάσος] Ι. 1. δεντροφυτεύω μια περιοχή ώστε να γίνει δάσος 2. (για τόπο) γίνομαι δασώδης, γεμίζω θάμνους («έμεινε χέρσο το χωράφι και δάσωσε») 3. (για δέντρα ή θάμνους) αποκτώ πυκνό φύλλωμα («δάσωσε η τριανταφυλλιά») 4. φρ. «σαν βάτος να δασώσει… …   Dictionary of Greek

  • δάση — δάσος thicket neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δάσος thicket neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασέων — δάσος thicket neut gen pl (epic doric ionic aeolic) δασύς with a shaggy surface masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) δασέω̆ν , δασύς with a shaggy surface masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάσεα — δάσος thicket neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.